Εμμηνόπαυση: Πώς αλλάζει τη σεξουαλική ζωή της γυναίκας;

Υπάρχουν σήμερα δεδομένα που υποστηρίζουν πως μεγαλώνοντας η γυναίκα, αυξάνονται και τα σεξουαλικά της προβλήματα. Ωστόσο, δεν είναι σαφής ο ρόλος της εμμηνόπαυσης σε αυτήν τη διαδικασία.

Μία πρόσφατη μελέτη (Avis et al, 2009 Menopause) στην Αμερική, παρακολούθησε για περίπου έναν χρόνο 3.302 γυναίκες ηλικίας 42-52 που βρίσκονταν σε κλιμακτήριο, με σκοπό να διαπιστωθούν οι αλλαγές στη σεξουαλική τους λειτουργία που οφείλονταν στην εμμηνόπαυση.

Κατά την περίοδο της εμμηνόπαυσης διαπιστώθηκε μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας καθώς και αύξηση της συχνότητας εμφάνισης πόνου κατά τη σεξουαλική επαφή. Η μετάβαση στην εμμηνόπαυση δεν είχε σημαντική επίδραση στη συχνότητα των επαφών, στην ικανότητα διέγερσης και στη σωματική και συναισθηματική ικανοποίηση από τον σύντροφο.

Από τα γνωστά συμπτώματα της εμμηνόπαυσης που μετρήθηκαν (ξηρότητα του κόλπου, εξάψεις και εφίδρωση κατά τον ύπνο), η ξηρότητα του κόλπου είχε την ισχυρότερη επίδραση στη σεξουαλική λειτουργία. Συγκεκριμένα, σχετίστηκε με περισσότερο πόνο κατά την επαφή, λιγότερη διέγερση καθώς και λιγότερη σωματική ικανοποίηση και συναισθηματική ευχαρίστηση από τον σύντροφο.

Κατόπιν, οι ερευνητές αξιολόγησαν την επίδραση άλλων παραγόντων – όπως η γενική υγεία, η ψυχική υγεία και η σχέση – στη σεξουαλική λειτουργία αυτών των γυναικών. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως αυτοί οι παράγοντες είχαν μεγαλύτερη επίδραση στη σεξουαλική λειτουργία από ό,τι η εμμηνόπαυση.

Για παράδειγμα, διαπιστώθηκε πως η επηρεασμένη ψυχική υγεία της γυναίκας επιδείνωνε την επίδραση της εμμηνόπαυσης στη σεξουαλική λειτουργία. Συγκεκριμένα, οι γυναίκες που κατά την εμμηνόπαυση είχαν συμπτώματα κατάθλιψης ή άγχους είχαν σημαντική μείωση στην επιθυμία, τη συχνότητα των επαφών, τη σωματική ευχαρίστηση καθώς και τη συναισθηματική ικανοποίηση από τον σύντροφο, συγκριτικά με τις γυναίκες που, αν και βρίσκονταν στην εμμηνόπαυση, διατηρούσαν καλή ψυχική υγεία. Ανάλογη ήταν και η επίδραση προβλημάτων στη γενική υγεία, καθώς και προβλημάτων στη σχέση.

Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης τονίζουν τη σημασία του να γίνεται πάντοτε μια συνολική εκτίμηση των αναγκών και προβλημάτων που αντιμετωπίζει μια γυναίκα όταν αναζητά λύση για κάποιο σεξουαλικό πρόβλημα.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι ψυχολογικές θεραπείες για την αντιμετώπιση της μειωμένης σεξουαλικής επιθυμίας μπορούν να βοηθήσουν. Η θεραπεία σε αυτή τη περίπτωση εστιάζει στη διαχείριση των ψυχολογικών επιπτώσεων της εμμηνόπαυσης, στα κίνητρα της γυναίκας να εμπλακεί σε σεξουαλική επαφή και στην αύξηση των σεξουαλικών ερεθισμάτων, ώστε να επιτυγχάνεται μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Επιπλέον, η χορήγηση τεστοστερόνης έχει μέχρι σήμερα επίσημη έγκριση για τη θεραπεία της διαταραχής της σεξουαλικής επιθυμίας μόνο σε χειρουργικά εμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Πηγή: stogiatro.gr

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+